Τι είναι το Εξατομικευμένο Προπονητικό Πρόγραμμα ή καλύτερα ο Εξατομικευμένος Προπονητικός Σχεδιασμός

 

Ανεξάρτητα από το στόχο που θέλει να πετύχει κανείς και την αφετηρία από την οποία ξεκινάει, υπάρχει πάντα ο ιδανικός και πλέον αποτελεσματικός τρόπος να πετύχει. Αυτός ο ‘’ιδανικός τρόπος’’ αποτελείται από στοιχεία (είδος δραστηριότητας, ποσότητα, ασκησιολόγιο, επιβάρυνση κτλ.) τα οποία καθορίζονται μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια από το εξατομικευμένο προπονητικό του πρόγραμμα. Το προπονητικό πρόγραμμα λοιπόν είναι το αναλυτικό υλικό που σου υποδεικνύει ακριβώς τι πρέπει να κάνεις από την πρώτη μέρα μέχρι την επιτυχία του στόχου σου.

Φυσικά, δεν αναφέρομαι στα ‘’εξατομικευμένα προγράμματα’’ που σου παρέχουν, σε κόλλα Α4, με την εγγραφή σου σε γυμναστήριο των 9.99 ευρώ τον μήνα, τα οποία συχνά συνοδεύονται με την διαβεβαίωση ότι φτιάχτηκαν πάνω σου και ότι θα δεις γρήγορα αποτελέσματα. Όχι, αναφέρομαι σε προπονητικό σχεδιασμό που χρειάζεται πολύ παραπάνω χρόνο και κόπο, από τα 2 λεπτά που θα αφιερώσει κάποιος για να βάλει ‘’τικ’’ στα κουτάκια με τις ασκήσεις που πρέπει να κάνεις. Αφήστε με όμως να σας εξηγήσω το γιατί.

Ο προπονητικός σχεδιασμός είναι μια μεγάλη και περίπλοκη διαδικασία με συγκεκριμένα  βήματα και απαιτήσεις. Αρχικά, προκειμένου να φτιαχτεί ένα πρόγραμμα πάνω στα χαρακτηριστικά ενός ατόμου πρέπει πρώτα να γνωρίζει ο γυμναστής ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά. Απαιτείται λοιπόν η καταγραφή των ατομικών χαρακτηριστικών που είναι απαραίτητα για την σύνθεση του αρχικού προπονητικού σχεδίου, ενώ πολλές φορές η διαδικασία αυτή συνεχίζεται στο προπονητήριο, όπου ο προπονητής συλλέγει πληροφορίες πάνω στην ποιότητα και την δυναμική της κίνησης του ασκούμενου μέσα από διάφορα τεστ.

Εφόσον υπάρχουν αυτές οι πληροφορίες, πρέπει να γίνει η ανάλυσή τους και τελικά η εξαγωγή συμπερασμάτων. Με πιο απλά λόγια, μία πληροφορία από μόνη της δεν είναι πρακτικά χρήσιμη αν δεν αξιοποιηθεί κατάλληλα.  Αξιοποίηση των πληροφοριών έχουμε όταν ο γυμναστής βγάζει σωστά συμπεράσματα τα οποία θα τον οδηγήσουν σε ορθές επιλογές για το συγκεκριμένο άτομο.

Στη συνέχεια, τα συμπεράσματα αυτά ‘’μεταφράζονται’’ σε προπονητικά περιεχόμενα. Εκεί ο γυμναστής επιλέγει με ποια μέσα, συστήματα και μεθόδους θα προπονήσει το άτομο αυτό, πώς θα ρυθμίσει τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία της επιβάρυνσης και ποια θα είναι η δομή του προπονητικού κύκλου (σχέση προπόνησης-αποκατάστασης κ.ά.).

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα πρόγραμμα (προπονητικός κύκλος, ΜΙΚ) μερικών εβδομάδων (ο αριθμός εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, συνήθως όμως είναι μεταξύ 4-10 εβδομάδων), το οποίο περιέχει αναλυτικό υλικό πάνω στο τι ακριβώς πρέπει να γίνει για να υπάρξει το καλύτερο αποτέλεσμα στον μικρότερο χρόνο και με την μεγαλύτερη ασφάλεια. Η παράδοσή του γίνεται από τον γυμναστή ο οποίος εξηγεί το πώς θα εφαρμοστούν τα παραπάνω.

Ο προπονητικός σχεδιασμός όμως δεν τελειώνει εκεί. Εφόσον ο ασκούμενος ξεκινήσει την εφαρμογή του προγράμματος μόνος του, θα πρέπει να υπάρχει  συχνή επαφή με τον γυμναστή. Η επαφή αυτή δίνει μια σειρά από προνόμια στον ασκούμενο αλλά είναι επίσης απαραίτητη για την εξέλιξη του προπονητικού σχεδιασμού. Βλέπετε ο σχεδιασμός, η παραλλαγή και η εξέλιξη του προγράμματος συνεχίζεται μέχρι την επιτυχία του στόχου και σε καμία περίπτωση δεν σταματάει στην παράδοσή του.

Με πιο απλά λόγια, ο προπονητικός σχεδιασμός δεν είναι μια σελίδα χαρτί με ασκήσεις! Είναι το σύνολο των γραπτών και προφορικών οδηγιών που παραδίδονται στον ασκούμενο αλλά και η παρακολούθησή του ( ή και παρέμβαση όπου χρειαστεί) στην περίοδο της εκτέλεσης του προγράμματος.

Μετά το πέρας του πρώτου κύκλου (πχ. πρόγραμμα 8 εβδομάδων) αξιολογείται η απόδοση του ασκούμενου και το πρόγραμμα θα πρέπει να ανανεωθεί, όπως ορίζουν οι αρχές της προπονητικής, προκειμένου να παραμείνει αποτελεσματικό. Έτσι, συνεχίζεται ο σχεδιασμός με την εφαρμογή, την ανανέωση των προπονήσεων όποτε χρειάζεται και την παρακολούθηση από τον γυμναστή. Η διαδικασία αυτή, της παρακολούθησης αθλητών μέσω προγράμματος, αποτελείται από:

  • την συστηματική αξιολόγηση της απόδοσης του ασκούμενου
  • την κατάλληλη επιλογή και προσαρμογή συστημάτων και μεθόδων προπόνησης σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες
  • την ρύθμιση των ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών της επιβάρυνσης ανάλογα με την περίοδο
  • την συνεχή καθοδήγηση και πληροφόρηση του αθλητή πάνω στα αντικείμενα της προπόνησης και τις δυσκολίες που προκύπτουν
  • την καθοδήγηση του αθλητή πάνω σε ζητήματα διατροφής και ποιότητας ζωής
  • την παροχή οπτικοακουστικού υλικού
  • την καταγραφή των προπονήσεων και της εξέλιξης του αθλητή κατά τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος

Τα παραπάνω μπορεί να μοιάζουν πολύ εξιδεικευμένα για κάποιους, πιθανότατα μόνο για αθλητές. Στην πραγματικότητα είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος προς την επιτυχία, είτε πρόκειται για αθλητές είτε για ελεύθερα ασκούμενους. Πολλοί θα ισχυριστούν ότι μπορούν να ‘’δουν διαφορά’’ και με πιο απλά πράγματα. Ο προπονητικός σχεδιασμός όμως δεν απευθύνεται σε αυτούς που θέλουν απλά να  ‘’δουν διαφορά’’, απευθύνεται σε αυτούς που θέλουν να πετύχουν το 100% των στόχων τους με τον πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο